
Είναι μερικές ταινίες οι οποίες δεν είναι φτιαγμένες να ξεφύγουν από τα όρια ενός φεστιβάλ, όχι γιατί είναι άτολμοι οι διανομείς, απλά εξ’ αρχής δε μπορούν παρά να έχουν μια μικρή επαφή με το κοινό. Αυτό το ελάχιστο κάποιων φεστιβάλ.
Το προηγούμενο Σάββατο στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια τέτοια ταινία. Ταινίες σαν το Melvil του Melvil Poupaud
“Είναι ένα παιχνίδι με τις φόρμες του κινηματογράφου. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσε να βγει κανονικά στις αίθουσες. Είχα την κάμερα μου και κατέγραφα …. Μόνο στο μοντάζ που συνειδητοποίησα που μπορούσε να πάει”
Ο Poupaud γύριζε σκηνές εν αγνοία των «συμπρωταγωνιστών» την περίοδο των γυρισμάτων του Le Temps Qui Reste του Francois Ozon, της ταινίας που έριξε διεθνώς τα φώτα επάνω του. «Ήμουν το τέλος των γυρισμάτων, αδύνατος και με ξυρισμένο κεφάλι, έμοιαζα με εξωγήινο και μου ήρθε η ιδέα, το να παίξω με το σώμα μου, να περιφέρομαι στο δάσος και στον κήπο… Καθώς περιμέναμε να φτιάξει ο καιρός για να τελειώσει το γύρισμα, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου αποφάσισα να εξερευνήσω αυτόν τον τόσο προσωπικό και μικρό χώρο»
Μέσα σε αυτή λοιπόν τη λογική του παιχνιδιού, δύσκολα καταδικάζεις μια τέτοια ταινία, όπως είναι αδιανόητο να στρατολογήσεις τον εστετισμό του κουλτουριάρη για να βρεις βαθύτερα νοήματα. Ο ίδιος κατανοεί όταν του λέω ότι προσωπικά δε θα πρότεινα σε κάποιον να δει την ταινία
«Δεν περίμενα ποτέ η ταινία να βγει κανονικά στις αίθουσες. Αυτό που με ενδιέφερε πραγματικά ήταν να παίξω με τα όρια της οικειότητας, πράγματα τα οποία αποφεύγει η κάμερα συνήθως, όπως το σώμα, την καθημερινότητα, τις προσωπικές οικογενειακές στιγμές. Η επιθυμία μου ήταν λοιπόν να δω την ταινία μαζί με το κοινό, σε μια οθόνη που θα μπορούσε πραγματικά να φέρει τον κόσμο αντιμέτωπο με αυτές τις εικόνες»
Μάλλον όποιος δεν ήταν εκεί το Σάββατο, δε θα δει ποτέ την ταινία και δεν έχασε τίποτα, είναι απλά σαν εκείνες τις στιγμές που ένας φίλος σου εμπιστεύεται κάτι προσωπικό, σου λέει ιδέες. Γιατί να μπεις στη διαδικασία να το κρίνεις. Άλλωστε ο Poupaud αγαπάει το σινεμά όσο κι εσύ, το αποδεικνύουν οι άπειρες αναφορές που κάνει σε σκηνοθέτες, καλλιτέχνες και ταινίες, καθώς και οι ρόλοι που επιλέγει να παίξει. Εκεί είναι και η γοητεία ενός φεστιβάλ, ταινίες –καλές ή κακές- και ευχάριστες γνωριμίες. Ας μείνουν οι τύποι με τα κασκόλ και τα κοκάλινα γυαλιά να υπεραναλύουν.
Φοίβος Καλλιτσης (phever@gmail.com)
1 σχόλια:
Δίκιο έχεις σε πολλά και κυρίως στο οτι ο κινηματογράφος θέλει τη δική του οθόνη και τον δικό του χώρο.
Δημοσίευση σχολίου