Συνέχεια στο γράψε σβήσε ψάχνεις να βρεις κάπου να κρατηθείς. Λες πως φταίει ο τόπος, οι πολιτικοί, τα μεσιτικά γραφεία ή ο καιρός που έχει βαλθεί να μας ξεμυαλίσει. Πάει ο Κάστρο, πάει ο Πούτιν, πάει και ο Χριστόδουλος. Εδραιώθηκε ο Τσίπρας, δικαιώθηκε ο Ιερώνυμος και πελαγοδρομεί ο Παπανδρέου. Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλο τα ίδια μένουν που λέει και ο ποιητής. Πέρα από την απαισιοδοξία μιας νεανικής κατάθλιψης, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως κάπου το πάει η εποχή. Κάτι σαλεύει μέσα στους θάμνους της κοινωνικής ύπνωσης. Το Ασφαλιστικό μας βγάζει στους δρόμους, τα έντυπα στριφογυρνάνε στα κομοδίνα μας, τα σινεμά φέρνουν δειλά όλο και πιο πολλές ανεξάρτητες παραγωγές, το mypsace γεμίζει από ελληνικά συγκροτήματα και τα παιδιά στα σχολεία ψιλομαθαίνουν πώς να κάνουν ανακύκλωση. Λες στο σαραντάρισμα το Μάη του 68 να δούμε άσπρη μέρα;
Την Τσικνοπεμπτη, τα μπαρ στην Κωλέττη, έψηναν στους δρόμους. Έμπαινες από το ένα και έβγαινες στο άλλο. Γελάγαμε χαρούμενοι ξεχνώντας τι μας περιμένει το πρωί. Βλέπαμε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου την πεποίθηση ότι «ναι ρε συ! Κάτι καινούριο έρχεται στη χώρα του πανωσηκώματος και του πολιτισμού του Ζαχόπουλου». Τα παιδιά του facebook, της μαραγκιασμένης εκπαίδευσης, της απαξίωσης του κοινοβουλίου, βρίσκουν λίγο τα πατήματά τους και κάνουν σαφέστερα τα αιτήματά τους. «Δεν καταλαβαίνω γιατί με βραβεύουν καραφλοί και ασπρομάλληδες», είχε πει ο Dylan σε μια τελετή αφιερωμένη σε αυτόν. Έτσι κι εδώ, σε έναν τόπο που πριονίζεται από τυχοδιώκτες και μπαμπόγριες, υπάρχει μια περιοχή ή ένα κέντρο μιας πρωτεύουσας που του πάει κόντρα. Με απλές καθημερινές πράξεις. Τσικνίζοντας ένα κομμάτι μπριζόλα, την ώρα που ο αστυνομικός διώκτης καιροφυλακτεί.
Editorial στο Centro 14
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου