Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Η ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

Συνέχεια στο γράψε σβήσε ψάχνεις να βρεις κάπου να κρατηθείς. Λες πως φταίει ο τόπος, οι πολιτικοί, τα μεσιτικά γραφεία ή ο καιρός που έχει βαλθεί να μας ξεμυαλίσει. Πάει ο Κάστρο, πάει ο Πούτιν, πάει και ο Χριστόδουλος. Εδραιώθηκε ο Τσίπρας, δικαιώθηκε ο Ιερώνυμος και πελαγοδρομεί ο Παπανδρέου. Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλο τα ίδια μένουν που λέει και ο ποιητής. Πέρα από την απαισιοδοξία μιας νεανικής κατάθλιψης, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως κάπου το πάει η εποχή. Κάτι σαλεύει μέσα στους θάμνους της κοινωνικής ύπνωσης. Το Ασφαλιστικό μας βγάζει στους δρόμους, τα έντυπα στριφογυρνάνε στα κομοδίνα μας, τα σινεμά φέρνουν δειλά όλο και πιο πολλές ανεξάρτητες παραγωγές, το mypsace γεμίζει από ελληνικά συγκροτήματα και τα παιδιά στα σχολεία ψιλομαθαίνουν πώς να κάνουν ανακύκλωση. Λες στο σαραντάρισμα το Μάη του 68 να δούμε άσπρη μέρα;

Καθημερινά, διασχίζοντας την Χαριλάου Τρικούπη για να φτάσω στα γραφεία του περιοδικού (Τρικούπη και Αραχώβης γωνία) περνάω ανάμεσα από καμιά πενηνταριά πάνοπλους αστυνομικούς. Στοιβαγμένοι σε κάθε τετράγωνο μοιάζουν σαν να φυλάνε όλο τον εξαρχειωτικό διαφωτισμό. Άραγε επαγρυπνούν για τη διατήρηση και τη διάδοσή του ή για την φυλάκιση του εντός των ορίων της περιοχής; Αν τριγυρίσεις στη γειτονιά θα μπερδευτείς με τα διάφορα πρόσωπά της. Η Silicon Valley της Αθήνας (Στουρνάρη) ενώνεται με την πιο άγρια σκεπτόμενη πλατεία του λεκανοπεδίου. Πλατεία που ψάχνει να βρει την ταυτότητά της ανάμεσα στους ακτιβιστές, στους ναρκομανείς και τους φοιτητοφραπέδες. Πιο κάτω στη Θεμιστοκλέους το Ποδήλατο. Πάμε εκεί τα απογεύματα και φεύγουμε το πρωί μετά από λίτρα ρακής. Μας βοήθησε να ξεφύγουμε από το Κολωνάκι και τις εξωφρενικές τιμές του. Αν και είμαστε η γενιά της πόζας (και των 700€) μέσα σε αυτό το ημιυπόγειο μαγαζί αφήνουμε το ύφος της μουτσούνας μας για το πρωί, αφήνουμε και τα λόγια μας να μιλήσουνε. Νιώθεις μια παράξενη ελευθερία, οικειοποιείσαι την ατμόσφαιρα, αδειάζεις από τα θέλω σου και μένεις μόνο με τα πιστεύω σου.

Την Τσικνοπεμπτη, τα μπαρ στην Κωλέττη, έψηναν στους δρόμους. Έμπαινες από το ένα και έβγαινες στο άλλο. Γελάγαμε χαρούμενοι ξεχνώντας τι μας περιμένει το πρωί. Βλέπαμε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου την πεποίθηση ότι «ναι ρε συ! Κάτι καινούριο έρχεται στη χώρα του πανωσηκώματος και του πολιτισμού του Ζαχόπουλου». Τα παιδιά του facebook, της μαραγκιασμένης εκπαίδευσης, της απαξίωσης του κοινοβουλίου, βρίσκουν λίγο τα πατήματά τους και κάνουν σαφέστερα τα αιτήματά τους. «Δεν καταλαβαίνω γιατί με βραβεύουν καραφλοί και ασπρομάλληδες», είχε πει ο Dylan σε μια τελετή αφιερωμένη σε αυτόν. Έτσι κι εδώ, σε έναν τόπο που πριονίζεται από τυχοδιώκτες και μπαμπόγριες, υπάρχει μια περιοχή ή ένα κέντρο μιας πρωτεύουσας που του πάει κόντρα. Με απλές καθημερινές πράξεις. Τσικνίζοντας ένα κομμάτι μπριζόλα, την ώρα που ο αστυνομικός διώκτης καιροφυλακτεί.


Πίσω από την κλούβα που βλέπετε στη φωτογραφία βρίσκονται τα γραφεία ενός δηλωμένα προοδευτικού (;) ελληνικού κόμματος, ένα καλό σαντουιτσάδικο, ένα φωτοτυπάδικο και μια κάβα. Σπάνια τα πετυχαίνει ο ήλιος. Περνάω από μπροστά τους κάθε πρωί. Δεν μοιάζουν να παραπονιούνται. «Αναπνέουν» κανονικά παρά την ασφυκτική ατμόσφαιρα που προκαλεί το πελώριο αστυνομικό όχημα. Έτσι και τα Εξάρχεια. Ανατρέπουν τα κατεστημένα παρά τον αγώνα δακρυγόνων και ροπάλων να τα κουκουλώσουν κάτω από διαχρονικά κλισέ. Δυστυχώς για κάποιους η μπογιά τους περνάει ακόμα. Ευτυχώς για μας.



Editorial στο Centro 14

Μη μένεις στην άκρη... έλα στο centro!